Στο sync θα βρεις όλα τα Ελληνικά Podcasts και Videocasts. Χωρισμένα σε κατηγορίες ή με απλή αναζήτηση. Γράφεσαι συνδρομητής στα αγαπημένα σου κανάλια. Βαθμολογείς τις αγαπημένες σου εκπομπές. Το κυριώτερο: κατεβάζεις και απολαμβάνεις το ραδιόφωνο και την τηλεόραση της Νέας Εποχής. Της Eποχής του Internet. πες μου περισσότερα »
κλείσε με μία για πάντα!

poiein podcast

29 Συνδρομές στο κανάλι

Kάνε login για να το προσθέσεις στα αγαπημένα σου

ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΟ  ΣΤΑ ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΣΟΥ

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Τοραδιόφωνοτηςποίησης.Ποιήματα,ποιητέςκαι...μουσικές(ίσως)ΚάθεΣάββατοΠρωί

21

Ο Κώστας Σοφιανός, διαβάζει Κώστα Σοφιανό

  • ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΚΠΟΜΠΗΣ : Τετάρτη 07 Σεπ. 2011

ΜΠΕΝΑΚΕΙΟΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ Είναι ωραία και όμως ερευνά ή, μάλλον, μολονότι ωραία και διόλου θεούσα — κάθε άλλο, (το αποκλείει το ελάχιστο που φορά μπλουζάκι, καθώς αφήνει έκθετη τη σφριγώσα μέση, σαφώς υπαινισσόμενο ότι ο αφαλός, αθέατος προς το παρόν αλλά πάντως ακάλυπτος, πιό κι απ’ τη μέση ερεθιστικός θα είναι) εντούτοις, έχει καθήσει μπροστά στην οθόνη και ερευνά. Μεταπτυχιακή φοιτήτρια προφανώς, θα σπουδάζει, υποθέτω, ιστορία, (ή μήπως κοινωνιολογία της παιδείας — στις μέρες τους τίποτα δεν αποκλείεται) περνάει την ταινία μικροφίλμ των παλαιών εφημερίδων και όλο κάτι αποσπά και καταγράφει στο γόνατο ακουμπώντας (σίγουρο γόνατο τορνευτό) το σημειωματάριό της με φίνο σκουρόχρωμο δέρμα δεμένο, σαν το δέρμα που συγκρατεί στα όρια του τέλειου σχήματός της τους όμοιους με ελάσματα μυώνες. Θαυμάζω και επικροτώ την επιμέλεια της κόρης, την εμβρίθεια του ύφους της, των βλεμμάτων της την προσήλωση στο είδωλο του κειμένου, που πότε ακινητεί και πότε φεύγει, καθώς το χέρι της — χέρι Αρτέμιδος εν ώρα κυνηγίου — κομψά και έμπειρα περιστρέφει τη μικρή λαβή δεξιά της. Σημειωτέον – και τούτο επιτείνει τον θαυμασμό μου, όχι μόνο για την εμβρίθεια κλπ., αλλά και για την ασκητική, σχεδόν, αυτοπειθαρχία της κόρης – είναι ΄Ανοιξη. Ο ήλιος έξω λάμπει χωρίς να δυναστεύει. Προπετή κελαηδήματα αναμειγνύονται με κορναρίσματα ποικίλλων οχημάτων, κι απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο εισβάλλει άρωμα νερατζιάς – συνεγείροντας ως και τον γέροντα ερευνητή, που τώρα δα σηκώθηκε και βγήκε, λέει, ν’ ανασάνει “ολίγον αέραν εαρινόν, αγαπητέ μου”. Είναι ΄Ανοιξη, λοιπόν, οι φλέβες των ορυκτών διαστέλλονται από τη ζείδωρη ένταση του φωτός που αεροβατεί αχνίζοντας στις φρεσκοπλυμένες μαρμαρόπλακες του παλιού Βουλευτηρίου, κι εκείνη δοσμένη στην αποδελτίωση παρωχημένων περιστατικών και λόγων κάθεται ανύποπτη με την πλάτη γυρισμένη στο παρόν (όπως κάθονταν άλλοτε τ’ απόβραδο στις γειτονιές οι γυναίκες, έξω από τα χαμηλά τους σπίτια, για να ξεδώσουν χαζεύοντας τους περαστικούς, ενώ μέσα οι μοίρες, αγέλαστες και ακαλλώπιστες, ετοίμαζαν συμφορές). Θαυμάζω και επικροτώ, μα αν κρίνω από το ύφος της, ύφος βέβαιο “οργανικής διανοουμένης” (ως επί πολύ και αδιαμαρτύρητα — αλλοίμονο — ακροασθείσης των μαθημάτων της πολυτόμου κυρίας Π., λόγου χάρη, ή, έτι χείρον, της πολυπράγμονος κυρίας Φ.) αν κρίνω, λέω, από το ύφος της, και όχι βέβαια από το φύλο ή την ομορφιά της – ξου, ξου κακόγλωσσες φεμινίστριες – συμπτώσεις που διόλου δεν εμπόδισαν την Κόρινα να υποσκελίσει τον Πίνδαρο και την Υπατία να υπηρετήσει, έως θανάτου ένδοξη και με τον ίδιο ζήλο, της Αθηνάς και της Αφροδίτης τα έργα (γι’ αυτό, λέγεται, την διαμέλισαν οπαδοί του Κυρίλλου Αλεξανδρείας, γιατί δεν άντεχαν οι φθονεροί καλόγεροι να ζουν ανέραστοι δίπλα σε τέτοια ομορφιά) φοβούμαι – πολύ φοβούμαι, ομολογώ – ότι το όλο εγχείρημα θα καταλήξει, μετά πολλών επαίνων, ασφαλώς, σε μιαν ακόμη περισπούδαστη “προοδευτική” πατάτα. *** ΑΣΤΗΡΙΚΤΟ Παράλογη μιά υποψία με πειράζει, κάθε που η "πένθιμη" πομπή του επιταφίου το σώμα περιφέρει του Κυρίου στις γειτονιές. Λαός χαριέντως λαμπαδηφορεί κιο στρατός - άγημα τιμητικό - τον ύπνο του φρουρεί ενόπλως! Τίποτα το παράξενο στο όλο σχήμα - κι όμως, κοιτώντας τους φαντάρους, η κουστωδία έρχεται στο νου μου κ' εκείνο το: κέλευσον ουν ασφαλισθήναι τον τάφον` λες και κρατεί, ακόμη ο φόβος ενδεχόμενης αναστάσεώς Του... *** ΠΡΟΦΗΤΙΚΟ Ι Κέντρον Διαμορφώσεως Ορθοδόξων Συνειδήσεων ... Χθες είχαμε φεγγάρι στο κανάλι μας. Ειδοποιημένοι απο το παράνομο δίκτυο ενημερώσεως "απροσαρμόστων" πήραμε θέση στα περισκόπια και αναμέναμε... Το εντοπίσαμε περί ώρα 7, επί καμπύλης τροχιάς... Ήταν στρογγυλό και ασημένιο... Μετακινούμενο αργά χάθηκε πίσω απ' τις αντένες του "Οργανισμού Ελέγχου Συλλογικής Μνήμης"... Οι τολμηρότεροι ανασήκωσαν το κέλυφος και είδαν δίχως πρίσμα. (Ωρισμένοι συνελήφθησαν και ανακρίνονται ήδη στην "Υπηρεσίας Καταστολής Συναισθημάτων. Όσοι παρέσυραν παιδιά θα υποστούν βαρύτερες κυρώσεις...) *** ΜΕ ΤΗ ΒΡΟΧΗ Στον ουρανό των υδρατμών γλόμπος φθορίου το φεγγάρι` κόκκινο άναψε φανάρι - σούζα η αγέλη των πεζών ! Οξείας κόρνας πλάγιον θραύσμα την έμπνευσή μου παραλύει - πρίσμα η ψυχή μου και αναλύει των κάθετων νερών το φάσμα... Των άστρων χύθηκε ο φωσφόρος στις άκριες υψηλών νεφών - πίσω απ' τα μάτια των αστών θαρρώ μου γνέφει ο εωσφόρος... Τούτο το πλήθος τι γυρεύει; Πνίξε το νύχτα-μαύρη λάμια!.. Μπροστά σε χνωτισμένα τζάμια απόψε η θλίψη μου αλητεύει *** ΤΑ ΔΟΝΤΙΑ ΣΟΥ... Τα δόντια σου - άσπρα και γυμνά σα γεναριάτικη σελήνη άσπρα και λαμπρά καθώς μιλάς καθώς γελάς κι αποκαλύπτονται - μιά αίσθηση μου προκαλούν παρωχημένη, ένα ρίγος μνήμη καθιζημένη ανακαλούν ηδονής αφάτου... Σα νάζησα ποτέ στο ξέφωτο δρυμού αδιεξόδου έρωτες επικούς σπαραγμούς μεγάλους ! Η λευκή τους διάταξη τέλεια αρχιτεκτονιμένη η στίλβουσα σειρά τους υποψία γεννούν υπάρξεως μου άλλης και την επιθυμία ζώο μου υγιές στη δικαιοδοσία της οδοντοστοιχίας σου νάμουν άωρη οπώρα !.. *** σα σκύλος πίσω απο τις αλήθειες σου κι' οι φωνές τους πέτρες *** ΚΑΡΤΕΣΙΑΝΟ Αν κατεβώ στον εαυτό μου θα χαθώ αν ανεβώ στον εαυτό μου θα πέσω γι' αυτό στριμώχνομαι όπως-όπως σ' Ι αυτό που λεν σ υ ν ε ί δ η ση κ' έτσι - σκεπτόμενος - υπάρχω.

22

Aρσένι Ταρκόφσκι - Οι πρώτες Συναντήσεις Арсений Тарковский. Первые свидания

  • ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΚΠΟΜΠΗΣ : Τετάρτη 31 Αυγ. 2011

Οι πρώτες συναντήσεις Tων συναντήσεων μας την κάθε στιγμή, γιορτάζαμε σαν ευλογία, μόνοι εμείς στον κόσμο ολάκερο. Κι’ από φτερό πουλιού πιο τολμηρή κι ανάλαφρη ήσουν, σα παραζάλη στη σκάλα, πηδούσες τα σκαλιά και μέσα απ’ την υγρή την πασχαλιά πήγαινες στη δική σου επικράτεια Απ’ του καθρέφτη την άλλη την πλευρά. Σαν έπεφτε όμως η νυχτιά με της ευμένειας το δώρο οι πύλες άνοιγαν του θυσιαστηρίου, μεσ’ στο σκοτάδι έλαμπες, αργά γέρνοντας η γδύμνια, κι, αποκοιμιόσουν: «Ας είσαι ευλογημένη!» - έλεγα ξέροντας πως η ευλογία μου είναι παράτολμη: κοιμόσουν, και για ν’ αγγίξει τα βλέφαρα της βαθυγάλανης οικουμένης σέρνονταν από το τραπέζι η πασχαλιά, και τα βλέφαρα που γαλανάδα άγγιξε κοιμούνταν ήρεμα, το χέρι ήταν ζεστό. Κρυστάλλινος ο σφυγμός των ποταμών, Νεφελώδη τα βουνά, ανήσυχες οι θάλασσες, Μα συ κρατούσες τη γήινη σφαίρα στην παλάμη σου κρυστάλλινη, και κοιμόσουν στο θρόνο, και – Ω δίκαιε Θεέ! – ήσουν δική μου. Ξύπνησες και ξανάγραψες το καθημερινό ανθρώπινο λεξικό, κι η φωνή στο λαρύγγι μισοσβησμένη γέμισε, και έδωσες στη λέξη μια νέα έννοια που σήμαινε: Τσάρος. Κι όλα στο κόσμο μεταμορφώθηκαν, ακόμη και τα απλά πράγματα – η λεκάνη, - όταν στεκόταν ανάμεσα μας, σα φρουρός, το γάργαρο μα και σκληρό νερό. Μας παρέσυρε άγνωστο που. Μπροστά μας περνούσαν, σαν οφθαλμαπάτες. πόλεις χτισμένες από θαύμα θαρρείς, η μέντα απλώθηκε κάτω απ’ τα πόδια μας και πουλιά ανταμώναμε στο δρόμο μας, και από το ποτάμι ψάρια πετάγονταν Κι ο ουρανός άνοιξε μπροστά στα μάτια μας … όταν η μοίρα τα ίχνη μας ακολούθησε σα τρελός με το ξυράφι στο χέρι. 1962 Το ποίημα αυτό χρησιμοποίησε ο Αντρέι Ταρκόφσκι, γιος του ποιητή, στη ταινία του «Ο καθρέφτης», 1975 Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης © Первые свиданья Свиданий наших каждое мгновенье Мы праздновали, как богоявленье, Одни на целом свете. Ты была Смелей и легче птичьего крыла, По лестнице, как головокруженье, Через ступень сбегала и вела Сквозь влажную сирень в свои владенья С той стороны зеркального стекла. Когда настала ночь, была мне милость Дарована, алтарные врата Отворены, и в темноте светилась И медленно клонилась нагота, И, просыпаясь: "Будь благословенна!" — Я говорил и знал, что дерзновенно Мое благословенье: ты спала, И тронуть веки синевой вселенной К тебе сирень тянулась со стола, И синевою тронутые веки Спокойны были, и рука тепла. А в хрустале пульсировали реки, Дымились горы, брезжили моря, И ты держала сферу на ладони Хрустальную, и ты спала на троне, И — Боже правый! — ты была моя. Ты пробудилась и преобразила Вседневный человеческий словарь, И речь по горло полнозвучной силой Наполнилась, и слово ты раскрыло Свой новый смысл и означало: царь. На свете все преобразилось, даже Простые вещи — таз кувшин, - когда Стояла между нами, как на страже, Слоистая и твердая вода. Нас повело неведомо куда. Пред нами расступались, как миражи, Построенные чудом города, Сама ложилась мята нам под ноги, И птицам с нами было по дороге, И рыбы подымались по реке, И небо развернулось пред глазами... Когда судьба по следу шла за нами, Как сумасшедший с бритвою в руке. 1962

23

Βάκης Λοϊζίδης, ‘Ο Άγγελος και ο Γλύπτης’

  • ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΚΠΟΜΠΗΣ : Τρίτη 30 Αυγ. 2011

Βάκης Λοϊζίδης, ‘Ο Άγγελος και ο Γλύπτης’, Μανδραγόρας, 2011 (ο ποιητής διαβάζει ολόκληρη τη σύνθεσή του, αποκλειστικά για το ΠΟΙΕΙΝ: ΣΕΙΡΆ ΠΟΙΗΤΈς ΔΙΑΒΆΖΟΥΝ ΤΟ ΈΡΓΟ ΤΟΥς) (απόσπασμα) α Ο άγγελος τελείωνε εκεί που θα ’πρεπε να ξεκινά το πρόσωπο του Το φωτοστέφανο ήταν πεσμένο μπροστά στα πόδια του Έδινε την εντύπωση πως ζύγιζε κάτι με τα χέρια Φτερά δεν είδα Για την ακρίβεια ο γλύπτης του έδωσε ένα παιχνίδι να κρατά Ενθουσιάστηκε Βημάτισε σαν κούρος Ήταν φαίνεται γι’ αυτόν κουραστικό να γειτονεύει με τα θεία

24

Ο Δημήτρης Χορν διαβάζει Κωνσταντίνο Καβάφη, "Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον".

  • ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΚΠΟΜΠΗΣ : Παρασκευή 26 Αυγ. 2011

Απολείπειν ο θεός Αντώνιον Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ', ακουσθεί αόρατος θίασος να περνά με μουσικές εξαίσιες, με φωνές -- την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει. Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου· μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς. Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος, σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι, πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο, κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ' όχι με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα, ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους, τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου, κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

25

Ρένος Αποστολίδης, διαβάζει Δημοτική ποίηση - Του Νεκρού Αδερφού

  • ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΚΠΟΜΠΗΣ : Παρασκευή 26 Αυγ. 2011

Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια σου κόρη, την κόρη τη μονάκριβη την πολυαγαπημένη, την είχες δώδεκα χρονώ κι ήλιος δε σου την είδε! Στα σκοτεινά την έλουζε, στ' άφεγγα τη χτενίζει, στ' άστρι και τον αυγερινό έπλεκε τα μαλλιά της. Προξενητάδες ήρθανε από τη Βαβυλώνα, να πάρουνε την Αρετή πολύ μακριά στα ξένα. Οι οχτώ αδερφοί δε θέλουνε κι ο Κωσταντίνος θέλει. «Μάνα μου, κι ας τη δώσομε την Αρετή στα ξένα, στα ξένα κει που περπατώ, στα ξένα που πηγαίνω, αν πάμ' εμείς στην ξενιτιά, ξένοι να μην περνούμε. - Φρόνιμος είσαι, Κωσταντή, μ' άσκημα απιλογήθης. Κι α μόρτει, γιε μου, θάνατος, κι α μόρτει, γιε μου, αρρώστια, κι αν τύχει πίκρα γή χαρά, ποιος πάει να μου τη φέρει; - Βάλλω τον ουρανό κριτή και τους αγιούς μαρτύρους, αν τύχει κι έρτει θάνατος, αν τύχει κι έρτει αρρώστια, αν τύχει πίκρα γή χαρά, εγώ να σου τη φέρω». Και σαν την επαντρέψανε την Αρετή στα ξένα, κι εμπήκε χρόνος δίσεχτος και μήνες οργισμένοι κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδερφοί πεθάναν, βρέθηκε η μάνα μοναχή σαν καλαμιά στον κάμπο. Σ' όλα τα μνήματα έκλαιγε, σ' όλα μοιρολογιόταν, στου Κωσταντίνου το μνημειό ανέσπα τα μαλλιά της. «Ανάθεμά σε, Κωσταντή, και μυριανάθεμά σε, οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα! το τάξιμο που μου 'ταξες, πότε θα μου το κάμεις; Τον ουρανό 'βαλες κριτή και τους αγιούς μαρτύρους, αν τύχει πίκρα γή χαρά, να πας να μου τη φέρεις». Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα, η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε. Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ' άστρο χαλινάρι, και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει. Παίρνει τα όρη πίσω του και τα βουνά μπροστά του. Βρίσκει την κι εχτενίζουνταν όξου στο φεγγαράκι. Από μακριά τη χαιρετά κι από κοντά της λέγει: «Άιντε, αδερφή, να φύγομε, στη μάνα μας να πάμε. - Αλίμονο, αδερφάκι μου, και τι είναι τούτη η ώρα; Αν ίσως κι είναι για χαρά, να στολιστώ και να 'ρθω, κι αν είναι πίκρα, πες μου το, να βάλω μαύρα να 'ρθω. - Έλα, Αρετή, στο σπίτι μας, κι ας είσαι όπως και αν είσαι». - Κοντολυγίζει τ' άλογο και πίσω την καθίζει. Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν, δεν κιλαηδούσαν σαν πουλιά, μήτε σαν χελιδόνια, μόν' κιλαηδούσαν κι έλεγαν ανθρωπινή ομιλία: «Ποιος είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος! - Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια; - Πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε». Και παρεκεί που πάγαιναν κι άλλα πουλιά τούς λένε: «Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο, να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους! - Άκουσες, Κωσταντίνε μου, τι λένε τα πουλάκια; πως περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους. - Απρίλης είναι και λαλούν και Μάης και φωλεύουν. - Φοβούμαι σ', αδερφάκι μου, και λιβανιές μυρίζεις. - Εχτές βραδίς επήγαμε πέρα στον Αί-Γιάννη, κι εθύμιασέ μας ο παπάς με περισσό λιβάνι». Και παρεμπρός που πήγανε, κι άλλα πουλιά τούς λένε: «Για ιδές θάμα κι αντίθαμα που γίνεται στον κόσμο, τέτοια πανώρια λυγερή να σέρνει ο πεθαμένος!» Τ' άκουσε πάλι η Αρετή κι εράγισε η καρδιά της. «Άκουσες, Κωσταντάκη μου, τι λένε τα πουλάκια; - Άφησ', Αρέτω, τα πουλιά κι ό,τι κι α θέλ' ας λέγουν. - Πες μου, πού είναι τα κάλλη σου, και πού είν' η λεβεντιά σου, και τα ξανθά σου τα μαλλιά και τ' όμορφο μουστάκι; - Έχω καιρό π' αρρώστησα και πέσαν τα μαλλιά μου». Αυτού σιμά, αυτού κοντά στην εκκλησιά πρoφτάνoυν. Βαριά χτυπά τ' αλόγου του κι απ' εμπροστά της χάθη. Κι ακούει την πλάκα και βροντά, το χώμα και βοΐζει. Κινάει και πάει η Αρετή στο σπίτι μοναχή της. Βλέπει τους κήπους της γυμνούς, τα δέντρα μαραμένα βλέπει το μπάλσαμο ξερό, το καρυοφύλλι μαύρο, βλέπει μπροστά στην πόρτα της χορτάρια φυτρωμένα. Βρίσκει την πόρτα σφαλιστή και τα κλειδιά παρμένα, και τα σπιτοπαράθυρα σφιχτά μανταλωμένα. Κτυπά την πόρτα δυνατά, τα παραθύρια τρίζουν. «Αν είσαι φίλος διάβαινε, κι αν είσαι εχτρός μου φύγε, κι αν είσαι ο Πικροχάροντας, άλλα παιδιά δεν έχω, κι η δόλια η Αρετούλα μου λείπει μακριά στα ξένα. - Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω, γλυκιά μου μάνα. - Ποιος είν' αυτός που μου χτυπάει και με φωνάζει μάνα; - Άνοιξε, μάνα μου, άνοιξε κι εγώ είμαι η Αρετή σου». Κατέβηκε, αγκαλιάστηκαν κι απέθαναν κι οι δύο.

26

Ρένος Αποστολίδης, διαβάζει Δημοτική ποίηση - Της Άρτας το Γιοφύρι

  • ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΚΠΟΜΠΗΣ : Παρασκευή 26 Αυγ. 2011

Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες γιοφύρι εθεμέλιωναν στης Άρτας το ποτάμι. Ολημερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν. Μοιριολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες: "Αλοίμονο στούς κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας, ολημερίς να χτίζουμε το βράδυ να γκρεμιέται." Πουλάκι εδιάβη κι έκατσε αντίκρυ στό ποτάμι, δεν εκελάηδε σαν πουλί, μηδέ σαν χηλιδόνι, παρά εκελάηδε κι έλεγε ανθρωπινή λαλίτσα: "Αν δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει, και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη, παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα, που έρχεται αργά τ' αποταχύ και πάρωρα το γιόμα." Τ' άκουσ' ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει. Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ' αηδόνι: Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτεί, αργά να πάει το γιόμα, αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι. Και το πουλι παράκουσε κι αλλιώς επήγε κι είπε: "Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα, γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι." Να τηνε κι εξαναφανεν από την άσπρην στράτα. Την είδ' ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του. Από μακριά τους χαιρετά κι από κοντά τους λέει: "Γειά σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες, μα τι έχει ο πρωτομάστορας και είναι βαργιομισμένος; "Το δαχτυλίδι το 'πεσε στην πρώτη την καμάρα, και ποιός να μπει, και ποιός να βγει, το δαχτυλίδι νά 'βρει;" "Μάστορα, μην πικραίνεσαι κι εγώ να πά σ' το φέρω, εγώ να μπω, κι εγώ να βγω, το δαχτυλίδι νά 'βρω." Μηδέ καλά εκατέβηκε, μηδέ στη μέση επήγε, "Τράβα, καλέ μ' τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα τι όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ήβρα." Ένας πηχάει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη, παίρνει κι ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο. "Αλίμονο στη μοίρα μας, κρίμα στο ριζικό μας! Τρεις αδελφάδες ήμαστε, κι οι τρεις κακογραμμένες, η μια 'χτισε το Δούναβη, κι η άλλη τον Αφράτη κι εγώ η πλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι. Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι, κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα, να πέφτουν οι διαβάτες." "Κόρη, το λόγον άλλαξε κι άλλη κατάρα δώσε, πο 'χεις μονάκριβο αδελφό, μη λάχει και περάσει." Κι αυτή το λόγον άλλαζε κι άλλη κατάρα δίνει: "Αν τρέμουν τ' άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι, κι αν πέφτουν τ' άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες, τί έχω αδελφό στην ξενιτιά, μη λάχει και περάσει.

27

Ρένος Αποστολίδης, διαβάζει Δημοτική ποίηση - Καλογριά

  • ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΚΠΟΜΠΗΣ : Παρασκευή 26 Αυγ. 2011

Καλογριά έχ’ ο καλογριά έχ’ όμορφον υγιόν όμορφο παλικάρι τον 'εζηλεύ' η γειτονιά τον εζηλεύ' η χώρα. Τον εζηλεύ' κι' μάνα του άντρα για να τον επάρει δεν έχει πως να του το πει πως να τ'ομολοήσει έλα παιδί μ’ να παίξουμε της νύχτας τα παιχνίδια

28

Ρένος Αποστολίδης, διαβάζει Δημοτική ποίηση - Ο Τσαμαδος κι' ο γιοςτου

  • ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΚΠΟΜΠΗΣ : Παρασκευή 26 Αυγ. 2011

Μες στ' άη Γιωργιού τους πλάτανους γένονταν πανηγύρι, το πανηγύρι ήταν πολύ κι ο τόπος ήταν λίγος, δώδεκα δίπλες ο χορός, κι εξηνταδυό τραπέζια, και χίλια ψένονται σφαχτά σ' όλο το πανηγύρι. Κι οι γέροντες παρακαλούν, τάζουν στον άη Γιώργη, ο Τσαμαδός να μην ερθεί - χαλάει το πανηγύρι. Ακόμα ο λόγος έστεκε κι ο Τσαμαδός εφάνη, που ροβολάει οχ το βουνό κατά το πανηγύρι. Πατεί και σειέται το βουνό, κράζει κι αχάν οι λόγγοι, κι εκράταγε στον ώμο του δέντρο ξεριζωμένο, κι απάνου στα κλωνάρια του θεριά είχε κρεμασμένα. -- Ώρα καλή σας, γέροντες, -- Καλό στο παληκάρι. - Ποιός έχει αστήθι μάρμαρο και χέρια σιδερένια, για να'βγει να παλέψουμε στο μαρμαρένιο αλώνι; Κανείς δεν αποκρίθηκεν απ' τους πανηγυριώτες, της χήρας γιός εφώναξε, της χήρας ο αντρειωμένος. -- Εγώ 'χω αστήθι μάρμαρο και χέρια σιδερένια, για να'βγω να παλέψουμε στο μαρμαρένιο αλώνι. Βγαίνουν κι οι δυό με τα σπαθιά και πάνε να παλέψουν. Εκεί που επάτειε ο Τσαμαδός εβούλιαζε τ' αλώνι. κι εκεί που επάτειε το παιδί εβούλιαζε κι εβύθα. Εκεί που βάρειε ο Τσαμαδός το γαίμα πάει ποτάμι, κι εκεί που χτύπαε το παιδί, τα κόκκαλα τσακίζει. --Κοντοκαρτέρει, βρε παιδί, κάτι να σε ρωτήσω ποιά σκύλα μάνα σ' έκαμε, κι ο κύρης σου ποιός ήταν; -- Η μάνα μου όταν χήρεψε δε μ' είχε γεννημένον, κι όμοιασα του πατέρα μου και θα τον απεράσω. Απο το χέρι τον αρπά στης μάνας του να πάνε. Απο μακριά τούσε θωρεί κι ετοίμασε τραπέζι. Κι εκεί που τρώγαν κι έπιναν η χήρα τους κερνούσε, κρασί κερνάει τον Τσαμαδό, φαρμάκι το παιδί της.

29

Ρένος Αποστολίδης, διαβάζει Δημοτική ποίηση - Τ'αντρειωμένου τ' άρματα

  • ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΚΠΟΜΠΗΣ : Παρασκευή 26 Αυγ. 2011

Τ’ αντρειωμένου τάρματα δεν πρέπει να πουλιώνται, μον’ πρέπει τους στην εκκλησιά, και κει να λειτουργιώνται Πρέπει να κρέμουντ' αψιλά σ'αραχνιασμένο πύργο, να τρώει 'σκουριά το σίδερο κι' γης τον αντρειωμένο

30

Κώστας Μόντης, Στιγμές. Διαβάζει ο Γεώργιος Ράλλης

  • ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΚΠΟΜΠΗΣ : Πέμπτη 25 Αυγ. 2011

Όχι τους καθρέφτες, τις φωτογραφίες να κυττάζετε που δεν εξελίσσονται, που δεν ενδιαφέρονται τι θα επακολουθήση. *** Με το παραμικρό άνοιγμα εισορμά η ανάμνησή σου έτσι όπως το γατάκι που καραδοκεί έξω απ' την κλειστή πόρτα. *** Μη λέτε εκείνο το "για να μας δοκιμάση ο Θεός", "για να δοκιμάση την πίστη μας ο Θεός". Θεός είναι, ξέρει, δεν χρειάζεται να δοκιμάση. Κι' ούτε θάπαιζε ποτέ με τον πόνο μας για να λύση τις απορίες Του. Μην Του προσδίδετε τ'ανθρώπινα, μην Του προσδιδετε τα καθ' ημάς. *** Τις νύχτες όταν οι μικρές ασήμαντες έγνοιες φορέσουν τα ξυλοπόδαρά τους και βηματίσουν πελώριες απάνω μας... *** Οχι, δεν ειν' άχρηστα τ' άχρηστα όνειρα, οχι δεν ειν' περιττά τα περιττά όνειρα. *** Δηλαδή τί? Πάμε να θέσουμε το Θεό προ τετελεσμένου γεγονότος? *** Ξέρουμε πως η ζωή κλείνει πίσω μας το μάτι, μη νομίζη πως δεν ξέρουμε. Και ξέρουμε πως έχει και δίκιο, μη νομίζη πως δεν ξέρουμε. *** Αν θες νάρθουν γρήγορα οι μέρες που περιμένεις μην τις αφήσης ν' αντιληφθούν ότι τις περιμένεις, κύτταζε αλλού *** Αν είπαν την κουβέντα τους τα μάτια ειν' εν τάξει. *** Αφήνετε πάντα ένα χαμόγελο εκτός των τειχών σας, αφήνετε πάντα ένα χαμόγελο για τους περαστικούς. *** Πρέπει ν'αχω φύγει. Νιώθω τη σιωπή που επακολουθεί, νοιώθω τ'αδειο που επακολουθεί όταν ήταν κάποιος στο δωμάτιο και βγήκε *** -Είναι ολότελα μάταιοι αυτοί οι αγώνες. -Το ξέρω. Γι' αυτό αναμείχθηκα, γι' αυτό ακριβώς αναμείχθηκα.